Monthly Archives: May 2014

Κριτική με αφορμή το Φασισμός Α.Ε

Αντικαθστωτική δράση χρυσού αβγού

Αντικαθστωτική δράση χρυσού αβγού

Οι φασίστες, όσα ελληνικά σημαιάκια κι αν κουνάνε, ήταν και είναι οι πρώτοι υπηρέτες των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Ξεπουλάνε πολύ εύκολα όχι μόνο την “αγαπημένη πατρίδα” τους αλλά και οτιδήποτε άλλο – αρκεί να τους διατάξει ο “φύρερ” που πρέπει να υπακούν χωρίς δεύτερη κουβέντα (πχ στην Ελλάδα συνεργάστηκαν ανοιχτά ακόμα και με τους Γερμανούς ναζί επί κατοχής). Ο αρχηγός πρέπει να είναι κι αυτός με την σειρά του το ίδιο υπάκουος στους οικονομικά ισχυρούς: Ας πούμε οι “Ουκρανοί χρυσαυγίτες” καίνε ζωντανούς Ρώσους και “αναρχοκομμουνιστές”, ενώ οι “Ρώσσοι χρυσαυγίτες” δολοφονούν Ουκρανούς εθνικιστές (αποκαλώντας τους “γκέι ναζιστές”) – καθένας ανάλογα με τις προσταγές του αφεντικού του. Κοινός στόχος βέβαια οι πιο φτωχοί μετανάστες. Στην Ελλάδα, η ταπεινή υπόκλιση του Μιχαλολιάκου μπροστά στην Μπακογιάννη, οι γλύκες του Παναγιώταρου με τα μεγαλύτερα (πλούσια) καθάρματα είναι χαρακτηριστικές εικόνες-παραδείγματα της “αντικαθεστωτικής δράσης” τους. Γιαυτό έχει σημασία να τονιστεί αυτή η πλευρά των ναζιστών και το πως ακριβώς χρησιμοποιούνται από τα μεγάλα αφεντικά: Είναι μαριονέτες που λειτουργούν μόνο κάτω από την καθοδήγηση κάποιου ισχυρού – κι αν τυχόν το Κράτος αποσύρει την προστασία του έστω και λιγάκι, οι μαχαιροβγάλτες ηγέτες ταγμάτων εφόδου βάζουν τα κλάματα (κυριολεκτικά). Όμως φτάνει η στήριξη των μεγαλοκαρχαριών για να ανέβει έτσι ένα ξεκάθαρα ναζιστικό μόρφωμα;

Η απάντηση είναι πως όχι. Δεν φτάνει ούτε η στήριξη των μεγαλοκαρχαριών ούτε η οικονομική κρίση. Υπάρχουν πολλοί ακόμα παράγοντες που πρέπει να ισχύουν για να συμβεί κάτι τέτοιο. Κάποιοι από αυτούς δεν είναι καθόλου εύκολο να ειπωθούν ανοιχτά: Όπως ας πούμε η έλλειψη Αριστεράς. Δηλαδή η έλλειψη ισχυρού κινήματος με ταξικές διεκδικήσεις και άρα στενή επαφή με τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Οργανώσεις που έχουν επαφή με τον κόσμο, σωματεία με οργάνωση που βασίζεται στην βάση ήταν και είναι αξεπέραστο εμπόδιο για τον κάθε λογής φασίστα. Γιατί ο κυριολεκτικός φασίστας – ο πολιτικός σχηματισμός που πρώτος αυτοπροσδιορίστηκε με αυτή τη λέξη, κι όχι γενικά “κάθε καταπιεστική ιεραρχική δομή” – ο κυριολεκτικός φασίστας λοιπόν, απευθύνεται συστηματικά στα φτωχότερα στρώματα. Η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων που προκαλούν οι επιταγές της “φιλελεύθερης αγοράς” είναι το ιδανικό έδαφος για τον φασίστα – ειδικά όταν λείπει η αριστερά και η αναρχία.

Σαν να ακούω ήδη να με λένε “προβοκάτορα” – ακόμα και για τον ναζισμό, πάλι η αριστερά φταίει; Όμως δε λέω αυτό: Δεν είναι η μοναδική αιτία – ούτε καν η κύρια αιτία – είναι όμως ένας από τους βασικούς λόγους που επιτρέπουν την άνοδο των ναζιστών. Είναι γεγονός ότι υπήρχαν κομμάτια της αριστεράς και της αναρχίας που έδιναν ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να δίνουν τακτικό παρόν στις φτωχές γειτονιές. Όχι μόνο πριν τις εκλογές – ούτε μόνο για μοίρασμα προπαγανδιστικού υλικού, μα οργανώνοντας ανοιχτές εκδηλώσεις, βοηθώντας πρακτικά τον κόσμο, φτιάχνοντας εστίες αντίστασης και αλληλοβοήθειας. Όχι για να υπαγορεύσουν στον κόσμο ποιος είναι ο “σωστός δρόμος”, η “σωστή εφημερίδα” – αλλά για να ακούσουν κιόλας. Είναι γνωστό ποια κομμάτια της αριστεράς έδωσαν προτεραιότητα στο μεταναστευτικό. Είναι επίσης γνωστό ποιοι χώροι μίλαγαν έτσι γενικά κι αόριστα για “την εργατιά” – ξεχνώντας πως τα τελευταία 20 χρόνια σε οικοδομές, στα χωράφια, σε μπουρδέλα και όπου αλλού δουλεύουν άνθρωποι χωρίς κανένα δικαίωμα οι εργάτες και εργάτριες δεν ήταν Έλληνες/ιδες. Ένα μεγάλο ποσοστό της “εργατιάς” στην οποία απευθύνονταν ήταν στην πραγματικότητα αφεντικά – καρπώνονταν υπεραξία από τους ξένους εργάτες και είχαν “την Φιλιππινέζα” να σκουπίζει το σπίτι. Κι όμως, στα 20 αυτά χρόνια πολλοί συνέχιζαν να μιλάνε ακατάπαυστα με τον ίδιο ξύλινο λόγο, τυφλοί και κουφοί μπροστά στον ρόλο του “τοπικού ισχυρού” που είχε αναλάβει το ελληνικό Κράτος στα Βαλκάνια, με επενδύσεις σε όλες τις γειτονικές χώρες και εργάτες/τριες σε συνθήκες δουλείας.

Έστω για παράδειγμα ότι βγαίνεις να μιλήσεις σε αγρότες που είναι αφεντικά και μάλιστα αφεντικά εργατών που δουλεύουν σε συνθήκες πραγματικής δουλείας: Από την στιγμή που θα τους απευθυνθείς λες και μιλάς σε φτωχούς μουζίκους, τότε πρώτα πρώτα απαξιώνεις τον επαναστατικό λόγο – σε περνούν ενστικτωδώς για άνθρωπο που δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα. Απονοηματοδοτείς βασικές έννοιες του εξεγερτικού λόγου και το κάνεις ενεργά, συστηματικά. Ακόμα και άνθρωποι που δεν έχουν πατήσει ποτέ στο σχολείο καταλαβαίνουν πολύ καλά πως κάτι …δεν πάει καλά με αυτή την διήγηση. Μπορεί να μην μπορούν να το εκφράσουν με επιχειρήματα, μα η απαξίωση τους είναι χαρακτηριστική. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους αγρότες βέβαια: Σε μεγάλες εταιρίες όπου συνήθως απασχολούνται εργαζόμενοι με ανώτατη εκπαίδευση, οι μισθοί είναι καλοί και σπίτι οι “εργάτες” έχουν την γυναίκα “να φυλάει τα παιδιά” ή “να καθαρίζει μερικές μέρες τη βδομάδα”: Παρόλα αυτά, οι μη εργοδοτικοί συνδικαλιστές της “πατριωτικής αριστεράς” μιλάνε λες και μιλάνε στους εργάτες της προεπαναστατικής Ρωσίας. Και φυσικά το μόνο που εισπράττουν είναι η αδιαφορία – ενώ παράλληλα οι λέξεις χάνουν το βαρύ και γεμάτο φωτιά νόημά τους.

Ποιος αναρχικός ή αριστερός θα πάει στις φτωχογειτονιές να μιλήσει με κόσμο; Και καλά να μιλήσει, ποιος θα πάει να ακούσει κιόλας τον κάθε “άσχετο” που δεν κατέχει την μοναδική μας αλήθεια; Κι αν ο κυρ Θανάσης που έχει πάγκο στη λαϊκή δεν καταλαβαίνει “το προτσές”; Κι αν ο Βαγγέλας ο θυρωρός στο κωλόστενο πίσω από την Ομόνοια είναι σεξιστής; Πως θα μιλήσει μαζί του ο αναρχικός, καλύτερα να πάει πίσω στο στέκι του να κάνει παραστάσεις “για αυτούς που ξέρουν”, κι έτσι να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Κι αν η κυρά-Μαρία είναι θρήσκα; Πως να της μιλήσουμε χωρίς να χάσουμε την υπομονή μας; Καλύτερα με το σινάφι μας, μη χαλάσει το κέφι πάνω απ’ όλα. Ο ναζιστής όμως, ο πίθηκος της πολιτικής θα κάνει τον θρήσκο, τον πατριώτη, θα απαρνηθεί ότι πιστεύει, θα κάνει ότι χρειαστεί μέχρι να μαζέψει την δύναμη που χρειάζεται για να αποκτήσει πλήρη πρόσβαση στον μηχανισμό του κράτους, κι έτσι από φονικό παρακράτος, να γίνει ακόμα πιο φονικό Κράτος.

Θα μπορούσε κάποιος να διαφωνήσει μα τα παραπάνω με τον εξής απλό τρόπο: Οι οργανώσεις που πραγματικά θέλουν έναν καλύτερο κόσμο δεν μπορεί παρά να λειτουργούν (περισσότερο ή λιγότερο) δημοκρατικά – να διαφωνούν, να διασπώνται – και έτσι τελικά από τις φτωχογειτονιές περνούν δεκαπέντε διαφορετικοί αριστεροί ή αναρχικοί με δεκαεφτά διαφορετικές εφημερίδες. Αντίθετα οι ναζιστές κινούνται σαν ένα σώμα: Ακόμα και ο μεγαλύτερος Βλάκας με περικεφαλαία (κυριολεκτικά μιλώντας) μπορεί να γίνει μέλος ναζιστικού κόμματος – δε χρειάζεται να σκέφτεσαι, απλά εκτελείς εντολές. Όμως οι εντολές αυτές πάντα έχουν στόχο την επιρροή στις φτωχές γειτονιές. Θα πάνε τακτικά στα στενά πίσω από την Ομόνοια, στον άγιο Παντελεήμονα, στο Πέραμα. Με μια εφημερίδα. Μια διήγηση.

Και βέβαια η προηγούμενη παράγραφος είναι μια αιτία. Αλλά κατά βάθος ξέρουμε πως από πέρα από αιτία μπορεί γίνει μια εύκολη δικαιολογία προκειμένου να αποφευγχθεί η αυτοκριτική. Πριν κάμποσα χρόνια, μίλησε ο Τσόμσκι στο κατάμεστο αμφιθέατρο της φιλοσοφικής. Ήταν πριν την κρίση. Τελειώνοντας είπε πως “όταν πάω σε χώρες που δεν έχουν μεγάλα προβλήματα, μου λένε ‘ωραία αυτά που είπατε, αλλά τι να κάνουμε’; Αντίθετα, όταν πάω σε χώρες με μεγάλα προβλήματα, όπως για παράδειγμα στην Ν.Αμερική μου λένε: ωραία αυτά που είπατε, έχουμε κάνει αυτό, αυτό και αυτό – πως σας φαίνονται;” Η ανάγκη είναι το ίδιο απαραίτητη με την όποια θεωρητική ανάλυση. Και τώρα μονάχα δημιουργείται πραγματική Ανάγκη και για τον “ντόπιο πληθυσμό”. Δειλά δειλά τώρα κάνουν την εμφάνισή τους εξωθεσμικές δομές αλληλεγγύης. Ας μην ξεχνάμε πως τόσα χρόνια πατάμε πάνω σε μια αόρατη εργατική τάξη. Εργάτες χωρίς δικαίωμα ψήφου, που βασανίζονταν τακτικά στα υπόγεια των τμημάτων, που ξυλοκοπούνταν με αφορμή το ..ποδόσφαιρό’ή και χωρίς αφορμή. Εργάτες των οποίων η εθνικότητα ταυτίστηκε στο λεξιλόγιο του ντόπιου πληθυσμού με βρισιά. Εργάτριες που πουλούσαν το σώμα τους σε συνθήκες εφιαλτικές. Όλα αυτά με την σιωπηρή έγκριση της πλειοψηφίας. Μέχρι που ήρθε η σειρά των φτωχότερων στρωμάτων των ντόπιων. Ας είναι αυτή η αφορμή να θυμηθούμε πως τα πραγματικά σύνορα είναι πρώτα απ’όλα ταξικά – ο πλούσιος δεν χαμπαριάζει από κρίση, ίσα ίσα που θα βρει φτηνότερους εργάτες. Κι όσοι/ες θεωρούσαν αυτή την οπτική ως εξωτική, ας κοιταχτούν στις φαλάκρες των νεοναζιστών που ξεφύτρωσαν τα μανιτάρια τρεφόμενοι από την σαπίλα: Ας κοιτάξουν προσεκτικά την αντανάκλασή τους και ας κάνουν και μια αυτοκριτική. Που και που χρειάζεται.

 Μάριος Ρομπότης

Advertisements